Πρώτος Έπαινος Ποίησης στον μαθητή Παστέλη Ευστάθιο του Λυκείου Καρυάς

Στο μαθητή του Λυκείου Καρυάς Παστέλη Ευστάθιο απονέμεται ο 1ος Έπαινος για τη συμμετοχή του στον 6ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Ποίησης.

Ο Διαγωνισμός έγινε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του ΚΕ΄ Πνευματικού Μαΐου 2015 «Η Πολιτιστική Άνοιξη της Θεσσαλονίκης», που διοργανώνει ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας.

Δήλωση του μαθητή μετά την ανακοίνωση αποτελεσμάτων :

«Με αφορμή την μεγάλη τιμή που μου δόθηκε, να διακριθώ στον διαγωνισμό αυτό, πρωταρχική επιθυμία μου είναι να ευχαριστήσω από καρδιάς όλους τους καθηγητές που συνάντησα στα σχολικά μου χρόνια, τα οποία φτάνουν στο τέλος τους, για τις στιγμές που περάσαμε μαζί και τις σχέσεις που αναπτύξαμε, που ξεπερνούν τις σχέσεις δασκάλου – διδασκόμενου, και καταλήγουν σε σχέσεις ζωής, σχέσεις ανθρωπιάς, σχέσεις που σήμερα καθίστανται απαραίτητες στην κοινωνία μας. Κυρίως όμως τους χρωστάω ευγνωμοσύνη, γιατί με δίδαξαν το μεγαλύτερο μάθημα ζωής, την επιμονή και την υπομονή να συνεχίζει κανείς το δρόμο προς το Αγαθό, προς την κατάκτηση των ανώτερων πνευματικών αξιών.

Η σημερινή κοινωνία, με τα όποια λάθη της, έχει ανάγκη από αυτά τα δύο στοιχεία. Έχοντας πίστη στις εσωτερικές μας δυνάμεις, καλούμαστε να αντλήσουμε δύναμη στον καθημερινό αγώνα της ζωής, κάνοντάς τον πιο ανθρώπινο, χαρακτηριστικό που εκλείπει στις μέρες μας…

Κι ας θυμηθούμε τέλος τα λόγια του Γ. Σεφέρη :

«Λίγο ακόμα… Να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα…»

Θα μας κάνει καλό…

Τα ποιήματα που κατατέθηκαν στον διαγωνισμό και βραβεύτηκαν είναι τα παρακάτω:

ΣΑΝ ΜΕΘΥΣΙ ΕΦΗΒΙΚΟ

Ένα ποτήρι κρασί, κόκκινο κρασί θαρρείς πως θα τελειώσει μα … αυτό

ολοένα και γεμίζει, κι όσο γεμίζει τόσο νομίζεις πως θα κατακτήσεις τον κόσμο…

 

Κι όσο το βλέπεις έτσι κόκκινο, τόσες νομίζεις χαρές πως θα ‘χεις στη ζωή σου

 

Μα πρόσεχε! Μη ξεγελαστείς.

Στο κατακάθι κρύβεται ο θάνατος…

 

Κάπως έτσι κι’ η νιότη…

Γευστική σαν το κρασί, μεθυστική. Σε εθίζει στα πανούργα δίχτυα της.

Δεσμεύει κάθε σου κίνηση με το να μη σου θέτει όρια.

Τα δεσμά σου η ίδια η ελευθερία σου.

 

Κόκκινη σαν τη ζωή, σαν το ποδοπάτημα της γης απ’ την κίνηση των νέων,

τράνταγμα βαθύ ο σταυρωτός χορός τους…

 

Πού να χωρέσει η ευθυμία τους μέσα σε τέσσερις τοίχους μουντούς,

σαν της βροχής τις στάλες;

 

Πού να χωρέσει η επιθυμία τους για τη ζωή μέσα σε μια σελίδα πράξεων;

Αυτοί έχουν τον δικό τους Ήλιο οδηγό και το δικό τους φεγγάρι για ελπίδα.

Ανάλαφρα φυσάνε τα πανιά τους για το αύριο, ταξίδι γεμάτο όνειρα κι’ ελπίδες…

 

Γι’ αυτό σου λέω! Πάμε να φύγουμε…

Τώρα που ακόμα είμαστε νέοι, τώρα που ακόμα είναι καιρός.

Τώρα που το κρασί είναι ακόμα γλυκό, τώρα που τα κύματα είναι μικρά και ακίνδυνα.

Τώρα που ο θάνατος μοιάζει μακρινός, σ’ αυτό το αέναο κυνήγι ψυχών…

Τώρα που ζούμε!

ΣΑΝ ΤΩΝ ΓΗΡΑΤΕΙΩΝ ΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ

Είναι κι αυτά τα χρόνια βάσανο στην πλάτη μου…

Όλο με βαραίνουν και με βαραίνουν…

Τα χέρια μου, δυο ροζιασμένα σύνολα από γραμμές.

Γραμμές που καθόρισαν τη ζωή μου, γραμμές που εγώ ο ίδιος καθόρισα με τις πράξεις μου…

Θυμάσαι κάποτε που σου υποσχέθηκα ότι θα μείνουμε για πάντα νέοι κι όμορφοι;

Ψέματα σου είπα… Για την ακρίβεια, ψέματα κατά το ήμισυ…

Η νεότητα μας εγκατέλειψε εδώ και καιρό…

Μας κορόιδεψε, μας ξεγέλασε…

Μας έκανε να νομίζουμε ότι θα μείνουμε για πάντα στο θρόνο της.

Ένα θρόνο μεγαλοπρεπή, μα και συνάμα ψεύτικο…

Μας πέταξε στα Τάρταρα των  γηρατειών  και μας άφησε εκεί για το υπόλοιπο της ζωής μας…

 

Αλλά, η ομορφιά έμεινε ακέραιη…

Όπως ακριβώς την πρώτη εκείνη μέρα,

τη μέρα που τα μάτια της καρδιάς μας πετάριζαν χτυπημένα από έρωτα και θαυμασμό…

κάτι ανάλαφρο τότε σ’ είχε πλανέψει… Θυμάσαι;

Αυτή η ομορφιά, η ψυχική , αυτή ακόμα βασιλεύει όπως η αυγή στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό μου,

σ’ ένα αέναο κύκλο της αιώνιας καλαισθησίας του χαρακτήρα μας…

 

Πάρε με! Πήγαινέ με στ’ ακρογιάλι, να δω τα χρόνια μου να βασιλεύουν αντάμα με τον ήλιο…

Κι εκεί, κάτω απ’ τα βότσαλα ν’ αποθέσω την κουρασμένη ύπαρξή μου,

να μπορώ ν’ αγναντεύω της ψυχής μου το γιορτάσι παρέα με τα σύννεφα,

που με το παιγνίδισμά τους σκεπάζουνε την κτήση .

 

Aπό ‘κει  ν’ αποχαιρετήσω τα γεράματα, να νιώσω εκείνη τη νεότητα την πρώτη… τη στερνή…

Στο άκουσμα της πρώτης σάλπιγγας…