Όταν κλείνει ένα σχολείο – λένε – ανοίγει μια φυλακή. Όταν κλείνει μια φυλακή – φαντάζομαι – μάλλον συμβαίνει κάτι θετικό, αφού η φυλακή είναι εξ’ ορισμού κάτι το αρνητικό. Υπάρχει μια μετάθεση “ανθρώπινου δυναμικού”.

Όταν κλείνουν, όμως, και τα δύο;

Μάλλον δεν μένει τίποτα, γιατί – τελικά – χάνεται τότε το ανθρώπινο δυναμικό. Ερημώνει ο τόπος.

Είτε το αναγνώσει κάποιος, ως σημείο των καιρών, είτε ως εγκληματική αμέλεια που θα μπορούσε να αποφευχθεί, είτε – ακόμη, ακόμη – ως μια σατανική συνωμοσία, η ύπαιθρος (τουλάχιστον στη Λευκάδα) εκπέμπει τον επιθανάτιο ρόγχο της. Ένα μοναχικό σύριγμα από πόρτες που κλείνουν για τελευταία φορά, και οι άνθρωποι που τις ξεκλείδωναν τις αφήνουν πίσω τους.

Ειδικά η ενδοχώρα της Λευκάδας, η Ορεινή Λευκάδα, έχει πληγεί πλέον ανήκεστα από το ωστικό κύμα της ελληνική κρίσης. Ειδικά δε το περικλεές κεφαλοχώρι της, η Καρυά.

(Κάποτε εμάς τους Καρσάνους μας λέγανε “Καμαροπαπούτσηδες”,  τόσο καμαρώναμε – βάζω και τη νεότητά μου μέσα – για τον τόπο και τα έργα μας.)

Πέρα από τη μετανάστευση (εσωτερική και εξωτερική), πέρα από τον φυσιολογικό θάνατο των υπερήλικων, πέρα από την απομόνωση και την αποξένωση των ανθρώπων – προϊόν κι αυτό της οικονομική δυσπραγίας -, το κομμάτι αυτό της Λευκάδας χάνει (έχει χάσει) τη λειτουργικότητα και τη θέση του στο χάρτη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Εν τέλει χάνει το ίδιο το νόημα του.

Γιατί είναι τόσο απλό: όταν κλείσει το Λύκειο, το Γυμνάσιο, το Αστυνομικό Τμήμα – και ίσως μετέπειτα το Δημαρχείο, η Βιβλιοθήκη – ο χώρος δεν θα έχει κανένα νόημα να βιωθεί. Αν αυτό διαρκέσει πολύ, ακόμη και οι μνήμες θα σβήσουν. Όπως έσβησαν οι μνήμες των παλιότερων σχολείων, των παλιότερων Α.Τ. κτλ.

Θα μείνει αγνή παρθένα φύση! Και πολλά, πολλά μοσχαράκια μάλλον.

Οι άνθρωποι – ακόμη και όσοι διαμένουν σε αυτόν τον χώρο – δεν θα αισθάνονται πως υπάρχει κάποιο νόημα, να κυκλοφορήσουν σε αυτόν. Εκτός κι αν είναι αθεράπευτα φυσιολάτρες! Ή έχουν κάποια άλλη δουλειά. Αγροτική, ίσως!

Το χειρότερο είναι, ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα και δυναμικό που χάνεται, δεν αντικαθίσταται ούτε στο ελάχιστο. Ιδιαίτερα δε αναφορικά με τις υπηρεσίες του Δημοσίου (του αδηφάγου αυτού τερατουργήματος που εκκολάφθηκε κατά τους χρόνους της Νέας Ελληνικής Ιστορίας, ταυτόχρονα, όμως – και οφείλει να τονιστεί αυτό -, ακρογωνιαίο λίθο ολόκληρης – δυστυχώς – της εγχώριας οικονομίας). Ας είμαστε ρεαλιστές: τη δραστηριότητα του Δημοσίου στην ύπαιθρο είναι πολύ δύσκολο – πρακτικά ακατόρθωτο – να την αναπληρώσει η ιδιωτική δραστηριότητα.

Όσα λιβάδια κι αν σπαρθούν, όσες καφετέριες κι αν ανοίξουν.

Αυτές είναι κάποιες λογικές διαπιστώσεις. Ποιές, όμως, είναι οι λογικές λύσεις; Χωρίς καμία δραματοποίηση, υπάρχουν μία – δύο μόνον στερνές λύσεις,.

Πρώτον, να γίνει μια σοβαρή, συντονισμένη, ανιδιοτελής και στοχευμένη προσπάθεια, να ΜΗΝ φύγουν άλλες Δημόσιες Υπηρεσίες από τα χωριά της Ορεινής Λευκάδας. Πολίτες – πρώτα και πάνω από όλα – σωματεία, φορείς και κάθε είδους συνειδήσεις, οφείλουν συντεταγμένα και συγκροτημένα να προβάλουν αντιδράσεις. Το οφείλουν στους ίδιους τους τους εαυτούς, αλλιώς θα χάσουν κάθε νόημα ύπαρξης. Λογικά και αυτόματα.

Δεν μπορείς να είσαι Πολίτης, όταν δεν υπάρχει γύρω σου Πολιτεία. Λογικό δεν είναι; Και οι ενδείξεις της ύπαρξής της εξασθενούν οριακά πλέον.

Δεύτερη λύση: πρέπει να επιδοτηθεί το επιχειρείν γύρω από τον χειμερινό τουρισμό. Είναι – κατά την ταπεινή άποψη του συντάκτη – η μόνη δραστηριότητα που μπορεί να προσελκύσει ικανό αριθμό ανθρώπων στο χώρο της Ορεινής Λευκάδας, ώστε να αναπληρωθεί κάπως η έλλειψη δραστηριότητας του Δημοσίου. Είναι λάθος να συμβαίνει, κι όμως οι Δημόσιες Υπηρεσίες συντηρούν ολόκληρες μικροοικονομίες – ειδικά το Χειμώνα.

Ό,τι έχει κλείσει από πλευράς Δημοσίων Υπηρεσιών, έχει χαθεί για την επόμενη 30ετία τουλάχιστον. Δεν επανακτάται.

Σχετικά με την παραβατικότητα και εγκληματικότητα, που δύναται να προκύψει σε έναν τέτοιο χώρο, δε θέλω να κάνω ούτε λόγο. Ήδη αυτές είναι 600 περίπου λέξεις.

Παναγιώτης Κατωπόδης

Δημότης Καρυάς (πέρα απ’ όλα τ’ άλλα!)