Η Δυναμική της Καρσάνικης Βελονιάς

Κύριε Πρόεδρε της Βουλής των Ελλήνων

Κυρία Πρόεδρε της Ένωσης Επτανησίων Ελλάδος

Κυρίες και Κύριοι

Βρισκόμαστε εδώ σήμερα σ’αυτή την πανέμορφη και πρωτοποριακή εκδήλωση, με βαθιά συγκίνηση και νοσταλγία, να βαδίσουμε στα ίχνη μιας άλλης εποχής, μιας άλλης Ελλάδας, μιας άλλης Λευκάδας της δημιουργίας και της προκοπής. Βρισκόμαστε εδώ για να πραγματοποιήσουμε όχι απλά μια νοερή αναδρομή, αλλά μια ειλικρινή επιστροφή στις γνήσιες ρίζες μας.

Ολοένα και περισσότερο , αυτή η επιστροφή, στις καθάριες πηγές της παράδοσης και του λαϊκού μας πολιτισμού, λειτουργεί δημιουργικά, μα και λυτρωτικά, στην εμβρόντητη και αλαφιασμένη, απ’ την παρατεταμένη οικονομική κρίση  σημερινή μας κοινωνία, μια κρίση που νομοτελειακά θρονιάστηκε στο κατώφλι μας και η οποία, για τους βαθείς γνώστες και αναλυτές, δεν είναι μια ξερή οικονομική κρίση, αλλά ένας πολιτισμικός σεισμός!

Χάσαμε την ψυχή μας!

Η απώλεια αυτή ήρθε μέσα από μακρόχρονες και αλυσιδωτές αστοχίες, παραλείψεις, αβελτηρίες, ανεπάρκειες, ωχαδερφισμούς, μικρόνοιες, κακόνοιες. Μας ξεστράτισε σε μια τεράστια χοάνη, μας οδήγησε σ’ έναν ατέρμονα δρόμο προς τον προσωπικό ευδαιμονισμό, τον αχαλίνωτο καταναλωτισμό, δομικά υλικά τα οποία δημιούργησαν ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΕΡΕΙΑΣ!

Ορθώσαμε τείχη και φραγμούς και μπήκαμε στον δικό μας μικρόκοσμο της προσωπικής ευμάρειας, απεμπολήσαμε το από έσπαλαι ελληνικό φιλότιμο και τον αθρωποκεντρισμό μας και τώρα, στη δίνη της κρίσης, κινούμαστε έολοι και ανερμάτιστοι, σε μια θολή και  διατεταγμένη παγκοσμιοποίηση, όπου χάσαμε και την ψυχή μας!

Τώρα παλεύουμε <<να μνησθώμεν ημερών αρχαίων>>, να γυρίσουμε στην παράδοση και στον λαϊκό πολιτισμό μας, ελπίζω και όλοι ελπίζουμε, αυτή η επιστροφή να είναι προϊόν μιας ενδοσκόπησης ειλικρινούς και να μην ξαναχρησιμοποιήσουμε τα δυό αυτά αγαθά σαν φολκλορική και μόνο πασαρέλα, όπως τα κακοποιούσαμε την εποχή της ευμάρειας…

Η ειλικρινής αυτή επιστροφή, θα βάλλει τις προϋποθέσεις της εθνικής ανάκαμψης, γιατί έχει εσώκλειστες, η παράδοση και ο λαϊκός μας πολιτισμός, εκείνες τις αστείρευτες δυνάμεις, που μπορούν να μας ξανανιώσουν, όπως ακριβώς την Ήρα, όταν βουτούσε στα νερά της μυθικής Κανάθου!

Με αυτό το σκεπτικό αντιμετωπίζω την σημερινή εκδήλωση, είναι μια ευκαιρία να διδαχθούμε και να φωτισθούμε απ’ την μοναδική δημιουργία και επινόηση της Μαρίας της Κουτσοχέρως ή Κουτλής, κατά την Λευαδίτικη νοπιολαλιά, αυτού του θηλυκού …<<Μικρού Βαλαωρίτη>>, αφού το δημιούργημά της, η Καρσάνικη Βελονιά, είναι μια υμνολογία, μια ποίηση, προς το κάλλος και την αρμονία, την καλλιτεχνική και την αισθητική απόλαυση!

Για την δημιουργία, την πορεία και την τεχνική της Κ.Β, τις επόμενες μέρες της εκδήλωσης, θα έχετε την ευκαιρία να σας μιλήσουν άτομα με βιωματική αντίληψη για την βελονιά αυτή, όπως ο Καρσάνος κ. Δουβίτσας, οποίος έχει συγγράψει και σχετικό βιβλίο.

Η δική μου ομιλία θα κινηθεί σε δύο άξονες.

Πρώτον. Επιφορτίσθηκα απ΄τους διοργανωτές με την ευθύνη να μιλήσω για την δυναμική εξάπλωση της Κ.Β και στα υπόλοιπα χωριά αυτού του γεωγραφικού τμήματος του νησιού που σήμερα αποκαλούμε ΟΡΕΙΝΗ ΛΕΥΚΑΔΑ, χωριά γειτονικά στην Καρυά, όπως τα χωριά των Σφακιωτών, την Εγκλουβή, τον Αλέξανδρο, τα Πλατύστομα, τη Βαυκερή και τους Πηγαδησάνους.  Σ’αυτά τα χωριά βρήκε πρόσφορο έδαφος η Κ.Β. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε για τα κεντήματα της προίκας, αλλά, εν συνεχεία, έγινε προσφιλής ενασχόληση βιοπορισμού για πολλές γυναίκες των χωριών αυτών.

Δεύτερον. Θα προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα, για να σας παρουσιάσω το σύνολο των πτυχών, και των εκφάνσεων, που προσδιορίζουν και νοηματοδοτούν το εξαίρετο πνευματικό πόνημα της Κουτσοχέρως. Θα σας δώσω την πνευματική, την καλλιτεχνική, την αισθητική, την κοινωνική και την βιοποριστική διάσταση, που προσπόρισε στον κόσμο του νησιού, αλλά και στο Πανελλήνιο γενικότερα και μάλιστα σε χαλεπούς καιρούς, που το μέλημα των ανθρώπων ήταν ένας σκληροτράχηλος αγώνας για την επιβίωση.

Σε ότι αφορά την πρώτη ενότητα, μπορώ να σας βεβαιώσω πως έχω βιωματική αντίληψη, για όσα θα σας περιγράψω, αφού τα έζησα μικρό παιδί, την δεκαετία του 1960 και 1970 στο χωριό μου, το Πινακοχώρι των Σφακιωτών.

Αν αναλογισθούμε πως, το εξαίσιο δημιούργημα της Κ.Β, έχει τις ρίζες του στις αρχές του 20ου αιώνα, τότε, θα χωρίσουμε τη διαδρομή της σε δύο στάδια, αυτό του μεσοπολέμου και το μεταπολεμικό στάδιο. Στο στάδιο του μεσοπολέμου, όπως άκουσα απ’ τις προγιαστές του χωριού μου, η Κ.Β ήρθε και στα χωριά των Σφακιωτών σαν νεωτερίστικη ανάγκη για την δημιουργία της προίκας των κοριτσιών. Η γειτονική θέση των χωριών με την Καρυά, αφού αναφερόμαστε σε χρόνους που και η Καρυά και τα χωριά των Σφακιωτών αριθμούσαν πάνω από δύο χιλιάδες κατοίκους το καθένα, αυτή η γειτνίαση επέτρεπε την σύναψη πολλών γάμων. Αυτές οι Καρσάνες νύφες ήταν ο καλύτερος δάσκαλος και πρεσβευτής στα χωριά μας, όπου πέρασαν και δίδαξαν την Κ.Β.

‘Ηταν μεγάλο κιάσο, μεγάλο παίνεμα για την μάνα και την νύφη κόρη, όταν στον Κόμπο για τα προικιά, που γίνονταν στα Καρφώματα την Παρασκευή πριν τα στέφανα της Κυριακής, έρριχναν σ’ αυτό τον Κόμπο τα ρούχα και τα κεντήματα με την Κ.Β, ήταν το θέμα συζήτησης στους συμπεθέρους οι χρυσοχέρες μάνα και νύφη κόρη. Μεταπολεμικά, αυτή η νέα μόδα της Κ.Β συνεχίστηκε γα την κατασκευή της προίκας, όμως, απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και μέχρι περίπου το μέσον της δεκαετίας του 1980, τώρα η Κ.Β έγινε και τρόπος βιοπορισμού, αφού κεντάνε, πλέον, επαγγελματικά Καρσάνικα Κεντήματα, τα οποία διαθέτουν οι Καρσάνοι έμποροι σε όλη την Ελλάδα.

Δυό ζευγάρια, δυό αντρόγυνα απ’ την Καρυά, οι γυναίκες, μάλιστα, των οποίων κατάγονταν απ’ τους Σφακιώτες, ήταν οι έμποροι – διακινητές των Καρσάνικων Κεντημάτων. Πρόκειται για το ζεύγος Πάνου και Σπυριδούλας Κατωπόδη, γνωστός σαν Πάνος ο Μπέλας, και το ζεύγος Πέτρου και Γερασιμούλας Σταύρακα, γνωστός σαν Πέτρος ο Κόκορος. Αυτά τα δυό ζευγάρια είναι οι Λίντερ, θα λέγαμε με σημερινούς τεχνοκρατικούς όρους, είναι οι έμποροι – εργολάβοι κεντημάτων, οι οποίοι αναθέτουν στις κεντήστρες γυναίκες των χωριών, την δημιουργία και μαζική παραγωγή Καρσάνικων Κεντημάτων, τα οποία διακινούν και εμπορεύονται σε όλες τις ελληνικές μεγαλουπόλεις.

Ας δούμε, χαρακτηριστικά, πως παρουσιάζει αυτή την δραστηριότητα η Γερασιμούλα Σταύρακα, η οποία ευγενικά δέχθηκε να μας μιλήσει γι αυτή την θαυμάσια εποχή της Κ.Β. <<Είχα την τύχη, μας είπε, μικρή, στο Σπανοχώρι των Σφακιωτών, ο πατέρας μου να με βάλλει να μάθω μοδίστρα, έτσι μπορούσα να κινούμαι με άνεση στον χώρο της κοπτορραπτικής των υφασμάτων, που χρησιμοποιούσαμε για τα κεντήματα. Αυτά τα υφάσματα ήταν τριών ειδών, το ιβουαλάζ, ανώτερης ποιότητας, το λινό ελληνικό και ιταλικό και το εταμίν. Έκοβα τα σχέδια που ήθελα και με μια βαλίτσα τα μοίραζα στις κεντήστρες, εδώ στην Καρυά και στους Σφακιώτες, για να τα κεντήσουν πάνω σ’ αυτά τα σχέδια που η ίδια δημιουργούσα. Τις μεταξωτές κλωστές πήγαινα ένα τεράστιο και πολύωρο ταξίδι στο Σουφλί του Έβρου, όπου αγόραζα τεράστιες ποσότητες σε ματσέτες μεταξωτές κλωστές. Είχα παραγγελίες για Καρσάνικα Κεντήματα σχεδόν από όλη την Ελλάδα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Γιάννενα, Πάτρα. Λάρισα. Να φανταστείτε πως τροφοδοτούσα δυό μεγάλα καταστήματα στο κέντρο της Αθήνας, τον ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ στο Σύνταγμα και τον ΠΙΤΣΟ στην Κολοκοτρώνη.

‘Άλλες εποχές τότε, συνεχίζει η Κα Σταύρακα. Μέσα σ’ εκείνη την οικονομική ανέχεια, όσες ασχολούμαστε με το Καρσάνικο Κέντημα, και εγώ που τα εμπορευόμουν και ο γυναίκες που τα κεντούσαν, βγάζαμε μεροκάματο καλό, μεγαλώσαμε οικογένειες και σπουδάσαμε παιδιά. Στο χωριό σου το Πινακοχώρι είχα δύο πολύ καλές κεντήστρες. Θυμάμαι την Λενιώ την Σκιαδαρέση, του Τσερεβέλα, όπως την λέγατε, και την Λάμπρω την Γεωργάκη, του Μπίλιου. Άξιες και καλές κεντήστρες. Αυτές μου γώριζαν και άλλες κεντήστρες και έτσι δημιουργούσα το δίκτυό μου σε κάθε χωριό.>>

Η άλλη μαρτυρία είναι απ’ την γιατρό Μαρία Κατωπόδη, κόρη του Πάνου και της Σπυριδούλας, που προανέφερα. Θυμάται σήμερα η Μαρία Κατωπόδη.

<<Ο πατέρας μου ξεκίνησε πρώτος στην Καρυά την εμπορεία του Καρσάνικου Κεντήματος, απ’ το 1957! Όταν παντρεύτηκε την μάνα μου, η οποία κατάγονταν απ’ του Πρεμεντινού των Σφακιωτών και γνώριζε πρόσωπα και πράγματα στα χωριά αυτά, τότε επεξέτειναν  το εμπόριο των Καρσάνικων Κεντημάτων και στα χωριά των Σφακιωτών. Σε κάθε χωριό είχαν δυό – τρείς κεντήστρες, που ήταν ο πυρήνας τους, ενώ στην πορεία προστίθονταν και άλλες κεντήστρες. Έπειτα, εκείνα τα χρόνια, που ανθούσε το εμπόριο του Καρσάνικου Κεντήματος, υπήρχαν τρείς Καρσάνοι πλανόδιοι έμποροι, ο Τάκης ο Μάλφας, (Μπαλάσης), ο Ηλίας ο Τούμπας, (Μποροκόνης) και ο Ευγένιος ο Ζαβιτσάνος, οι οποίοι με τις κασελέτες τους γεμάτες είδη προικός, γυρνούσαν στα χωριά. Αυτοί ήταν οι καλύτεροι πρεσβευτές για το Καρσάνικο Κέντημα, αφού όλο και έφερναν στους γονείς μου νέες κεντήστρες! Οι γυναίκες που κεντούσαν έπαιρναν και προκαταβολές απ’ τους γονείς μου , τα δε κεντήματα τα διέθεταν σε όλες τις μεγάλες, μέσω επιδείξεων σε σταθερά γνωστά σπίτια. Τις κλωστές τις προμηθεύονταν απ’ το Σουφλί του Έβρου, ολομέταξες και άριστης ποιότητας, το δε ύφασμα το αγόραζαν, κυρίως απ’την μικρή τότε αγορά της Λευκάδος, αν θυμάσθε ήταν το εμπορικό του Ανυφαντή στο οποίο εύρισκες τα πάντα για το κέντημα.>>

Ο δεύτερος άξονας, όπως προανέφερα, που θα κινηθώ, είναι αυτός της διάστασης, των πτυχών, της δυναμικής της Κ.Β, της σημασίας που είχε για την ίδια την Καρυά και τα χωριά του νησιού γενικότερα. Είναι η πνευματική διάσταση, η καλλιτεχνική, η αισθητική, η κοινωνική και η βιοποριστική. Η αρχική σύλληψη και επινόηση της Κ.Β, απ’ την Μαρία την Κουτσοχέρω, είναι ένα ανώτερο πνευματικό πόνημα, μια εφεύρεση, θα λέγαμε, από άτομο απαίδευτο μεν, αλλά με μεγάλη δόση ευαισθησίας, αφού κατόρθωσε να μεταφράσει σε κέντημα όλα της τα γήινα ερεθίσματα, και μια εσωτερική παιδεία και παρόρμηση συγχρόνως, που δεν απαιτεί σπουδές και πτυχία, αλλά θέλγεαται και ελκύεται από το ταπεινό, το ανθρώπινο, ένα λουλούδι, ένα φύλλο, ένα κλαρί. Όπως διηγούνται οι παλιότεροι Καρσάνοι, τα ερεθίσματά της ακουμπούν στην Παμμήτειρα γή και όσα την στολίζουν, είναι στοιχεία έμπνευσης και δημιουργίας, για την Κουτσοχέρω, που σαν καλός ζωγράφος, με τον χρωστήρα του πνεύματος, τα μεταποιεί σε ζωντανά σχέδια.

Καλλιτεχνικά α και αισθητικά η Κ.Β, είναι ένα μείγμα κάλλους και αρμονίας, ένας σιωπηλός ύμνος στην λεπτότητα και στην γεωμετρία, έτσι όπως εκφράζονται μέσα απ’ το νόημα της αρχαίας φιλοκαλίας, είναι μια μορφοποίηση του άκτιστου σ’ ένα τόσο δα πανί, μια δημιουργία αισθητική, όμοια  με τα γνωστά Αραβουργήματα, μοναδική και απαράμιλλη, που τέρπει την όραση και ευφραίνει την αίσθηση, σπάνια λαϊκή τέχνη υψηλής καλλιτεχνικής υφής και αξίας, που υποδηλώνει ευγένεια ψυχής και ασύλληπτο δημιουργικό οίστρο. Μα πέραν της καλλιτεχνικής  διάστασης της  Κ.Β, υπάρχει και η κοινωνική, και κυρίως η βιοποριστική. Αυτός ο πρωτογενής τομέας της παραγωγικής δημιουργίας, αυτή η οικιακή χειροτεχνία, εξύψωσε τον ρόλο της Λευκαδίτισσας γυναίκας σχεδόν σε επίίπεδο μητριαρχικής κοινωνίας, αφού την καθιστά το δυναμικότερο μέλος της οικογένειας, που δημιούργησε εισόδημα στο σπίτι και μάλιστα σε χαλεπούς καιρούς, όταν το γλίσχρο  οικογενειακό εισόδημα απ’ το λάδι και το κρασί δεν επαρκούσε.

Επί πλέον, αυτή η ικανότητα και δεξιότητα της κεντήστρας και συνάμα της αϋφάντρας, ήταν μια πλούσια παρακαταθήκη, ένα δυνατό πακέτο για την κάθε μελλόνυμφη κοπελιά, αφού, οι καιροί εκείνοι, είχαν τα δικά τους κριτήρια επιλογής της μελλονύμφου συζύγου, που ήθελαν να είναι πέραν από εργατική και με εξτρά προσόντα, όπως μοδίστρα, αϋφάντρα και κεντήστρα, να είναι αυτό που έλεγαν ΠΡΟΚΟΜΕΝΗ. Ακόμη, η Κ.Β, έφερε τα χωριά μας πιο κοντά, δημιούργησε σχέσεις στενότερες, πέραν από ανόητες τοπικίστκες κομπορρημοσύνες που γνωρίσαμε την εποχή της ευμάρειας και των … παχέων αγελάδων, του ανταγωνισμού και ξεσυνερισμού. Έδωσε το Καρσάνικο Κέντημα ζωή στις γειτονιές και στις ρούγες των χωριών μας! Εκεί, στα καλοκαίρια της δημιουργίας και της προκοπής, όταν η Λευκαδίτισσα ξωμάχα είχε λιγότερες αγροτικές εργασίες, τότε ένα μελίσσι οι γυναίκες κεντούσαν στις γειτονιές, ομορφαίνοντας με την παρουσία τους τις αυλές και τις ρούγες.

Κοντολογίς, αν επιχειρήσουμε μια ευθύβολη και συνοπτική παρουσίαση της Κ.Β, πέραν της καλλιτεχνικής που ανέπτυξα, θα σταθώ στα βιωματικά μου ενθυμήματα: <<Είδες, έλεγαν πολλοί στο χωριό μου, η Λενιώ, η Λάμπρω, η Σταμάτα, η Κασιανή και τόσες άλλες γυναίκες που καλοτυχούσαν, μεγάλωσαν και σπούδασαν παιδιά, μόνο με ένα βελόνι!!!>>.

Θα κλείσω την ομιλία μου, όπως ακριβώς ξεκίνησα. Είναι καιρός να στραφούμε στις πιο καθάριες πηγές της φυλής μας, την παράδοση και τον λαϊκό μας πολιτισμό, να ενωτισθούμε τα σπουδαία τους μηνύματα, να παραδειγματισθούμε απ’ τον δημιουργικό τους οίστρο, να εντρυφήσουμε στη ναματοδότρα θύμησή τους, γιατί μόνο έτσι θα περάσουμε, απ’ το στάδιο της αρειμάνιας ΜΟΝΟΜΕΡΕΙΑΣ και ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑΣ, στο στάδιο της ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ και ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ. Έτσι θα έρθει η ανάπτυξη και πάλι στη χώρα, όχι αναμένοντας αενάως τις … ορδές των δισεκατομυριούχων ξένων επενδυτών, που όλο έρχονται, αλλά πάντα ζητούν ανταλλάγματα τέτοια που κοντένουν την εθνική κυριαρχία και ρημάζουν το εισόδημα του εμβρόντητου Έλληνα.

Το μικρό αυτό θαύμα, που ονομάζεται Καρσάνικη Βελονιά, και το οποίο η ιστορία το αδίκησε, αφού ποτέ δεν γνώρισε την πανελλήνια δόξα, όπως, λόγου χάριν, ο Θεσσαλικός συνεταιρισμός των Αμπελακίων κατά την τουρκοκρατία, αυτό το μικρό θαύμα που δημιουργήθηκε μέσα στα χωριά μας, μέσα στα σπίτια μας, που κινητοποίησε, εκείνα τα δύσκολα χρόνια, έναν ολόκληρο κόσμο, πνευματικά και βιοποριστικά, όπως περιγράψαμε, μας δείχνει και σήμερα τον δρόμο…

Θεόδωρος Γεωργάκης – 2/12/2016